Στην αρχή ήταν οι μαθητές που δεν υποχωρούσαν. Τους είπαν υποκινούμενους αυτοί που δεν τους ήθελαν στους δρόμους. Τους είπαν προβοκάτορες αυτοί που δεν τους έλεγχαν. Κι οι μαθητές συνέχισαν να μένουν στους δρόμους και στα σχολεία που είχαν καταλάβει. 
Από κοντά και οι φοιτητές.Ήταν η εποχή που πιστεύαμε ότι με τους αγώνες κερδίζουμε, πάμε μπροστά. Δε θέλαμε κι ούτε και διανοηθήκαμε να κάνουμε αλλιώς. Να κάνουμε πίσω, “να κάτσουμε στα αυγά μας”. Όχι όλοι αλλά αρκετοί. Λες να ήταν απλά το γεγονός ότι δεν είχαμε και τίποτα να χάσουμε; Ή το ότι αυτή είναι η χαρακτηριστική στάση των νέων, των φοιτητών: να αμφισβητούν, να εξεγείρονται, να ονειρεύονται καμιά φορά και το αδύνατο;
Και το χειρότερο που μπορούσε να γίνει, έγινε εκείνο το φρικτό βράδυ του Γενάρη του ’91. Δολοφόνησαν τον καθηγητή που έτρεξε να βοηθήσει τους μαθητές του. Ηθικοί αυτουργοί όλοι αυτοί που όπλισαν τους δολοφόνους. Όλοι αυτοί που γέμισαν τα αρρωστημένα τους μυαλά με τις φασιστικές ιδέες, όλοι αυτοί που επικαλούνται την τάξη και το νόμο τον οποίο οι ίδιοι έφτιαξαν στα μέτρα τους.
Η Πάτρα γέμισε κόσμ
ο που φώναζε, έκλαιγε, διαδήλωνε, απαιτούσε. Η βραδινή πορεία ήταν η πιο μεγάλη των τελευταίων χρόνων. Μαθητές, φοιτητές, λαός. Στη βίαιη απώθηση έβλεπες στις άκρες του δρόμου πράγματα πεσμένα από μικρά παιδιά. Μια μητέρα να κρατάει αγκαλιά το μωρό της και να ζητάει βοήθεια αφού τα δακρυγόνα είχαν κάνει πάλι το θαύμα τους! Η επόμενη μέρα, η κηδεία. Θλίψη και αγανάκτηση. Εικόνες χαραγμένες στη μνήμη.
Το κίνημα δυνάμωσε κι οι ελπίδες μας μαζί. Πιστεύαμε στις νίκες που το μέλλον θα φέρει. Στην πρωτεύουσα κι άλλοι νεκροί “παράπλευρες απώλειες” για τους οποίους τηρήθηκε για άλλη μια φορά ένοχη σιγή. Ο λύκος ντύθηκε για λίγο πρόβατο, ένας υπουργός παραιτήθηκε, η δίκη ενοχοποίησε και η ζωή συνεχίστηκε. Ο Νίκος Τεμπονέρας δεν ήταν πια ανάμεσα στους αγαπημένους του, η ζωή του είχε τελειώσει βίαια και άδικα. Έγινε σύμβολο αγώνων και η φωτογραφία του έμελε να συνοδεύεται από εκείνο το τεράστιο “ΖΕΙ”.
Όμως πότε πραγματικά ζουν οι νεκροί των αγώνων; Όταν οι αγώνες συνεχίζονται ή μήπως όχι; Όταν δεν υπολογίζεις αν σε παίρνει να αγωνιστείς, όταν διεκδικείς το δίκιο που σου κλέβουν, όταν σηκώνεις το κεφάλι χωρίς να κοιτάς πίσω αν έρχονται κι οι άλλοι. Πάντα κάποιοι έβγαιναν μπροστά: οι ρομαντικοί, οι ουτοπιστές, οι αμετανόητοι, οι ήρωες; Κοινοί θνητοί χωρίς καμιά χριστιανική χροιά πρωτομάρτυρα. Ακόμα και εκείνο το ματωμένο πανό του Δεκέμβρη τι έλεγε; “Ή τις αλυσίδες ή τα όπλα”. 
Στις μέρες μας που τα πιστόλια τους μας σημαδεύουν κατευθείαν τον κρόταφο, εμείς απλά έχουμε σηκώσει τα χέρια ψηλά. Μήπως γεράσαμε και κουραστήκαμε; Μήπως βάλαμε μυαλό και είδαμε το συμφέρον μας και τη σιγουριά μας; Μήπως ο εχθρός νίκησε χωρίς καν να δώσει μάχη; Στους νεκρούς τι θα πούμε; Πώς θα ξαναπροφέρουμε το όνομά τους χωρίς ντροπή; Το σίγουρο είναι ότι είμαστε ανάξιοι των καταστάσεων. Ανάξιοι και λίγοι, ελάχιστοι, σχεδόν μηδενικά. Με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις που μες στη βλακεία και την ηττοπάθεια των καιρών μοιάζουν σαν τον Δον Κιχώτη.
Αν ευτυχία είναι να ξημερώνουν όλο και καλύτερες μέρες, η δυστυχία έχει κατασκηνώσει για τα καλά και γευματίζει πολυτελέστατα στις σκέψεις μας. Φτώχεια και μοναξιά.
Πέρασαν λοιπόν οι καιροί που τα όνειρά μας ήταν συντροφευμένα;
Πώς εξηγείται αυτό;
Στον πάτο του πηγαδιού να κοιτάμε τον απόπατο!
Ιδού τι πρότεινε κάποτε ο συμπατριώτης λόγιος στο ποίημα του:
Ο Μαντζουράνης υποψήφιος εν Κεφαλληνία
Μικέλης Άβλιχος
’Ενας στην Αλεξάνδρεια ξακουσμένος
που επλούτησε στο τζόγο με καρπιές
μας ήρθε κολονάτα φορτωμένος
για βουλευτής στις νέες εκλογές.
Κι έξω ντελάλη βγάνει και φωνάζει
– Για πούλημα ποιος είναι στα χωριά
ο Μαντζουράνης ψήφους αγοράζει
και τους πληρώνει κι’ όλα στα γερά!
Κεφαλονίτες, αν στο πρόσωπο σας
φιλότιμο υπάρχει κι ανθρωπιά,
αποκριθήτε με το φάσκελο σας
σε εκείνον που σας πήρε για τραγιά.
Της Σάμης χωρικοί, Πλαρνοί, Ρισιάνοι
πετάξτε του στα μούτρα τες δραχμές.
Δείξτε του στην τιμή σας πως δεν φτάνει
Και σεις πληρώσετέ τον με φτυσιές.